Στους 42.100,8 τόνους ανήλθε η συνολική παραγωγή της ελληνικής θαλάσσιας αλιείας το 2025, με τη συνολική αξία των αλιευτικών προϊόντων να διαμορφώνεται στα 166,62 εκατ. ευρώ. Ο μηχανοκίνητος αλιευτικός στόλος της χώρας αριθμούσε 11.399 σκάφη, εκ των οποίων 231 μηχανότρατες, 219 γρι γρι και 10.949 σκάφη που χρησιμοποιούσαν λοιπά εργαλεία παράκτιας αλιείας.
Τα γρι γρι κατέγραψαν τη μεγαλύτερη παραγωγή, με 21.667,5 τόνους ή το 51,5% του συνόλου. Ακολούθησαν οι μηχανότρατες με 10.750,1 τόνους και ποσοστό 25,5%, ενώ τα λοιπά παράκτια εργαλεία απέδωσαν 9.683,2 τόνους, καλύπτοντας το 23%.
Διαφορετική είναι, ωστόσο, η εικόνα ως προς την οικονομική αξία. Η παράκτια αλιεία κατέλαβε την πρώτη θέση με 63,88 εκατ. ευρώ και ποσοστό 38,3%, οι μηχανότρατες απέφεραν 54,58 εκατ. ευρώ και τα γρι γρι 48,16 εκατ. ευρώ. Το στοιχείο αναδεικνύει τη σημαντική συμβολή του πολυάριθμου παράκτιου στόλου στην αξία της ελληνικής αλιευτικής παραγωγής.
Τα ψάρια αποτέλεσαν το 83,3% της συνολικής ποσότητας, φτάνοντας τους 35.057,1 τόνους, και το 75,8% της αξίας, με 126,32 εκατ. ευρώ. Τα καρκινοειδή αντιστοιχούσαν σε 3.407,4 τόνους, τα μαλάκια σε 3.239,1 τόνους και τα διάφορα υδρόβια ζώα σε 397,1 τόνους.
Πρωταγωνιστής της χρονιάς ήταν ο γαύρος, με παραγωγή 10.445,1 τόνων και αξία 19,55 εκατ. ευρώ. Ακολούθησαν σε ποσότητα η σαρδέλα, η φρίσσα, η γαρίδα ή γάμπαρη και ο μπακαλιάρος. Σε όρους αξίας, μετά τον γαύρο κατατάχθηκαν ο μπακαλιάρος με 16,88 εκατ. ευρώ και η σαρδέλα με 14,17 εκατ. ευρώ.
Το μεγαλύτερο αλιευτικό αποτύπωμα καταγράφηκε στο Βόρειο Αιγαίο, με 28.452,9 τόνους, αξίας 101,02 εκατ. ευρώ. Ακολούθησε το Νότιο Αιγαίο με 9.183,2 τόνους και 43,15 εκατ. ευρώ, ενώ στο Κεντρικό Ιόνιο η παραγωγή έφτασε τους 3.106,7 τόνους.




































