Στις σοβαρές επιπτώσεις που προκαλούν οι επιζωοτίες στις κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις, στις τοπικές περιφερειακές οικονομίες και συνολικά στον κλάδο της κτηνοτροφίας αναφέρθηκε ο Γενικός Διευθυντής της ΕΘΕΑΣ, Μόσχος Κορασίδης, κατά τη διάρκεια σημερινής συνεδρίασης του Τμήματος «Γεωργία, Αγροτική Ανάπτυξη, Περιβάλλον» της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ).
Η συζήτηση επικεντρώθηκε στη διαχείριση των ζωικών ασθενειών και των ζωονόσων, υπό το πρίσμα της τριπλής πλανητικής κρίσης, του διεθνούς εμπορίου και των κοινωνικών προσδοκιών, με στόχο τη διαμόρφωση ενός περισσότερο ανθεκτικού και βιώσιμου κτηνοτροφικού τομέα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Κατά την παρέμβασή του, ο κ. Κορασίδης χρησιμοποίησε τη λέξη «δυστοπία» για να περιγράψει τη συνθήκη που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια για τον κλάδο της κτηνοτροφίας εξαιτίας των επαναλαμβανόμενων ζωικών ασθενειών. Όπως σημείωσε, για την ευρωπαϊκή και ιδιαίτερα για την ελληνική κτηνοτροφία, οι αλλεπάλληλες επιζωοτίες έχουν δημιουργήσει ένα εξαιρετικά δυσμενές περιβάλλον, με μεγάλες απώλειες ζωικού κεφαλαίου, σοβαρή πίεση στο αγροτικό εισόδημα και αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα γρήγορης ανασύστασης των εκμεταλλεύσεων που έχασαν τα ζώα τους και τη συνέχιση της παραγωγικής δραστηριότητας.
Όπως επισήμανε, είτε λόγω ενδοκοινοτικών μετακινήσεων ζώων, κάτι που είναι αναμενόμενο, είτε λόγω επιρροής από όμορες τρίτες χώρες εκτός ΕΕ, ενισχύονται οι κίνδυνοι μετάδοσης ασθενειών, γεγονός που καθιστά αναγκαία μια πιο ολοκληρωμένη και αποτελεσματική ευρωπαϊκή προσέγγιση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας, σημειώνοντας ότι οι επιζωοτίες των τελευταίων ετών έχουν οδηγήσει σε περισσότερες από 500.000 θανατώσεις αιγοπροβάτων, ενώ στη Λέσβο, εξαιτίας του αφθώδους πυρετού, έχει πληγεί σημαντικά το ζωικό κεφάλαιο του νησιού. Όπως ανέφερε, σε ένα νησί όπου διατηρείται και τοπική φυλή, οι απώλειες εκτιμάται ότι έχουν φτάσει περίπου στο 30% των ζώων. «Δεν είναι βιώσιμη λύση να θανατώσουμε όλα τα ζώα» συμπλήρωσε.
Οι επιπτώσεις, ωστόσο, δεν σταματούν στην ίδια την εκμετάλλευση. Οι περιορισμοί στις μετακινήσεις, οι υποχρεωτικές θανατώσεις, οι απαγορεύσεις διακίνησης και οι καθυστερήσεις στην επαναλειτουργία των μονάδων δημιουργούν, όπως υπογράμμισε, συνθήκες οικονομικής ασφυξίας για τους κτηνοτρόφους. Ταυτόχρονα, επηρεάζονται οι Συνεταιρισμοί, τα τυροκομεία, οι επιχειρήσεις ζωοτροφών και συνολικά οι τοπικές οικονομίες.
Η διάσταση αυτή είναι ακόμη πιο κρίσιμη στις ορεινές και μειονεκτικές περιοχές, όπου η αιγοπροβατοτροφία αποτελεί συχνά έναν από τους βασικούς οικονομικούς πυλώνες και η συρρίκνωσή της μπορεί να έχει ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές συνέπειες.
Ο Γενικός Διευθυντής της ΕΘΕΑΣ στάθηκε, παράλληλα, στην ανάγκη να εξεταστεί συνολικά το υγειονομικό πλαίσιο αντιμετώπισης των ζωικών ασθενειών στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όπως σημείωσε, παρότι κάθε νόσημα έχει διαφορετικά επιδημιολογικά χαρακτηριστικά και απαιτεί αντίστοιχη προσέγγιση, παρατηρούνται διαφοροποιήσεις στις πολιτικές που ακολουθούν τα κράτη-μέλη.
Στο ίδιο πλαίσιο, τόνισε ότι απαιτείται αποτελεσματικότερος έλεγχος των πρακτικών που μπορούν να υπονομεύσουν την προσπάθεια περιορισμού των ασθενειών, επισημαίνοντας τους κινδύνους που δημιουργούνται από μη εγκεκριμένους εμβολιασμούς ή από τη μη τήρηση των κανόνων σχετικά με τη μετακίνηση και διακίνηση ζώων, ιδίως από εμπόρους ζώων που εκμεταλλεύονται την δύσκολη θέση των κτηνοτρόφων.
Στη συνέχεια, δήλωσε πως για τους συνεταιρισμούς και τους κτηνοτρόφους, η αντιμετώπιση των επιζωοτιών δεν μπορεί να περιορίζεται στη λήψη υγειονομικών μέτρων. Απαιτείται παράλληλα ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο οικονομικής και παραγωγικής στήριξης των κτηνοτρόφων, ώστε να μπορούν να επανεκκινήσουν τις εκμεταλλεύσεις τους, να ανασυστήσουν το ζωικό τους κεφάλαιο και να διατηρήσουν ένα βιώσιμο εισόδημα μέχρι την πλήρη επιστροφή τους στην παραγωγική δραστηριότητα.
Η στήριξη, όπως υπογραμμίστηκε, θα πρέπει να καλύπτει όχι μόνο τους παραγωγούς που υφίστανται άμεσες απώλειες, αλλά και όσους πλήττονται από τους περιορισμούς και τους υποχρεωτικούς σταβλισμούς, καθώς και τους Συνεταιρισμούς και τις επιχειρήσεις που εξαρτώνται άμεσα από την κτηνοτροφική δραστηριότητα.
Τέλος, ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στη χρηματοδότηση των μέτρων βιοασφάλειας και των απολυμάνσεων, αλλά και στην επαρκή στελέχωση των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ώστε να ενισχυθούν η πρόληψη, η επιτήρηση και η ταχεία αντιμετώπιση των νόσων.



































