Νέα έκθεση του FAO αναδεικνύει τη συμβολή του κλάδου στη διατροφή και την οικονομία, αλλά και τις προκλήσεις για το περιβάλλον, την υγεία και το μέλλον της παραγωγής.
Το ένα τρίτο της παγκόσμιας προσφοράς πρωτεϊνών εξασφαλίζει η κτηνοτροφία, ένας τομέας που καλείται να ανταποκριθεί στην αυξανόμενη ζήτηση τροφίμων, περιορίζοντας παράλληλα τις περιβαλλοντικές πιέσεις. Νέα έκθεση του Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) καταγράφει τις δυνατότητες και τις αδυναμίες των διαφορετικών συστημάτων εκτροφής, υπογραμμίζοντας ότι οι τοπικές συνθήκες καθορίζουν τις κατάλληλες επιλογές για μια βιώσιμη παραγωγή.
Η μελέτη αποτελεί την τρίτη έκθεση μιας σειράς επιστημονικών αξιολογήσεων για τη συμβολή της κτηνοτροφίας στην επισιτιστική ασφάλεια και στα βιώσιμα αγροδιατροφικά συστήματα. Εξετάζει ταυτόχρονα την οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση της παραγωγής, καθώς και την ανθεκτικότητα των εκμεταλλεύσεων.
Η οικονομική βαρύτητα του κλάδου είναι ιδιαίτερα μεγάλη: αντιπροσωπεύει το 40% του παγκόσμιου γεωργικού ΑΕΠ, περίπου 1,8 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, η παραγωγή τροφίμων από χερσαία ζώα έχει υπερπενταπλασιαστεί από το 1961. Ωστόσο, η κάλυψη των διατροφικών αναγκών στηρίζεται κυρίως στις εγχώριες και τοπικές αγορές, καθώς διεθνώς διακινείται μόλις το 15% του κρέατος, το 12% του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων και το 3% των αυγών.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα μικτά συστήματα καλλιέργειας και κτηνοτροφίας προσφέρουν οφέλη και στις τρεις διαστάσεις της βιωσιμότητας. Τα συστήματα βόσκησης συμβάλλουν στην περιβαλλοντική και κοινωνική ισορροπία, στην ανθεκτικότητα και στη βιοοικονομία, εμφανίζοντας όμως συγκριτικά μικρότερη συμβολή στην οικονομική σταθερότητα. Αντίστοιχα, τα συστήματα υψηλών εξωτερικών εισροών διαθέτουν ισχυρότερη οικονομική συμβολή, γεγονός που συνδέεται με τη μεγαλύτερη στήριξη που λαμβάνουν.
Κρίσιμο πεδίο παραμένουν οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Ο FAO αποδίδει στα συστήματα κτηνοτροφικής παραγωγής το 12% των ανθρωπογενών εκπομπών, με τα βοοειδή να έχουν το μεγαλύτερο μερίδιο και το μεθάνιο από την πέψη να αποτελεί σημαντική πηγή. Η σύγκριση, πάντως, απαιτεί προσοχή: τα συστήματα χαμηλών εισροών και χαμηλής πυκνότητας ζώων εκπέμπουν λιγότερο ανά μονάδα έκτασης, ενώ εκείνα υψηλών εισροών εμφανίζουν γενικά χαμηλότερες εκπομπές ανά κιλό προϊόντος ή πρωτεΐνης.
Η αυξανόμενη ζήτηση ενισχύει την εντατικοποίηση και τη στροφή προς την εκτροφή μονογαστρικών ζώων, όπως τα πουλερικά και οι χοίροι. Την ίδια στιγμή, ο ανταγωνισμός για τη γη μεταξύ παραγωγής τροφίμων και ζωοτροφών καθιστά σημαντικότερη την αξιοποίηση αγροτοβιομηχανικών παραπροϊόντων, βοσκοτόπων και εκτάσεων λιγότερο κατάλληλων για καλλιέργεια.
Στις βασικές προτεραιότητες περιλαμβάνονται ο έλεγχος των ασθενειών, η διατροφή και η γενετική βελτίωση των ζώων, οι ερευνητικές υποδομές και η πρόσβαση στην αγορά. Η υγεία και η ευζωία των ζώων, η μικροβιακή αντοχή και η προστασία γης και νερού συνθέτουν ένα πλέγμα προκλήσεων που απαιτεί στοχευμένες παρεμβάσεις.
Ιδιαίτερη προοπτική ανοίγει η βιοοικονομία: η αξιοποίηση πόρων που δεν καταναλώνονται από τον άνθρωπο ως ζωοτροφών και η μετατροπή κτηνοτροφικών παραπροϊόντων σε οργανικά λιπάσματα, βιοενέργεια και βιοϋλικά μπορούν να ενισχύσουν την αποδοτικότητα των πόρων. Το ζητούμενο είναι οι επιλογές αυτές να συνδυάζονται με βιώσιμο εισόδημα και ουσιαστικά οφέλη για τις αγροτικές κοινωνίες.




































