Η παγκόσμια αποτίμηση της προόδου ανέδειξε σημαντική απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και την υλοποίηση, θέτοντας υπό πίεση την επίτευξη των στόχων του Παγκόσμιου Πλαισίου Βιοποικιλότητας Κουνμίνγκ–Μόντρεαλ έως το 2030.
Στο επίκεντρο της παρέμβασης του FAO βρίσκονται τα αγροδιατροφικά συστήματα, καθώς η επισιτιστική ασφάλεια εξαρτάται από τη διατήρηση της βιοποικιλότητας. Σύμφωνα με ανάλυση του Οργανισμού, το 63% των εθνικών στόχων και το 36% των εξεταζόμενων δράσεων συνδέονται με την αγροδιατροφή.
Ωστόσο, η χρηματοδοτική προετοιμασία παραμένει ελλιπής. Από τα 78 εθνικά σχέδια που μελετήθηκαν, το 84% αναγνωρίζει χρηματοδοτικές ανάγκες, αλλά μόλις το 44% τις ποσοτικοποιεί. Μόνο το 19% περιλαμβάνει κοστολογημένες επιμέρους αγροδιατροφικές δράσεις, ενώ λιγότερες από τις μισές προβλεπόμενες παρεμβάσεις διαθέτουν μετρήσιμους δείκτες προόδου.
Για την ενίσχυση της εφαρμογής παρουσιάστηκαν νέες πρωτοβουλίες παρακολούθησης της βιοποικιλότητας και στήριξης της διατήρησής της εκτός θεσμοθετημένων προστατευόμενων περιοχών, συμπεριλαμβανομένων παραγωγικών τοπίων. Παράλληλα, μέσω προγραμμάτων που υποστηρίζει ο FAO, 91 χώρες έχουν αποκτήσει πρόσβαση σε επιχορηγήσεις άνω των 645 εκατ. δολαρίων από το Παγκόσμιο Περιβαλλοντικό Ταμείο και σε συγχρηματοδότηση 4,34 δισ. δολαρίων.
Πρακτικό εργαλείο προς αυτή την κατεύθυνση αποτελούν και οι επικαιροποιημένες κατευθυντήριες γραμμές για τον ολοκληρωμένο σχεδιασμό χρήσεων γης, οι οποίες παρουσιάστηκαν στις 29 Οκτωβρίου. Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη αναθεώρηση του σχετικού πλαισίου από το 1993, σε μια περίοδο αυξανόμενων πιέσεων στους διαθέσιμους φυσικούς πόρους.
Οι οδηγίες επιδιώκουν να βοηθήσουν τις χώρες να συνδυάσουν τις ανάγκες της γεωργίας, της αστικής επέκτασης και των υποδομών με την προστασία και αποκατάσταση των οικοσυστημάτων. Έχουν εθελοντικό, μη δεσμευτικό χαρακτήρα και μπορούν να προσαρμόζονται στις εθνικές προτεραιότητες, στηρίζοντας τις υφιστάμενες διαδικασίες σχεδιασμού.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αξιοποίηση εδαφολογικών δεδομένων, χαρτογράφησης, συστημάτων παρακολούθησης και τοπικής γνώσης. Ο συνδυασμός τους μπορεί να στηρίξει πιο τεκμηριωμένες αποφάσεις για την παραγωγή, τις επενδύσεις και την αποκατάσταση υποβαθμισμένων εκτάσεων.
Παράλληλα, ο FAO τοποθετεί τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων φορέων και τη διαφάνεια στον πυρήνα του σχεδιασμού. Το ζητούμενο είναι οι αποφάσεις για τη γη και το νερό να εξισορροπούν τις παραγωγικές ανάγκες με τη διατήρηση των πόρων που στηρίζουν μακροπρόθεσμα την αγροτική δραστηριότητα και την ανθεκτικότητα απέναντι στην κλιματική αλλαγή.


































