Η προστασία του περιβάλλοντος και η οικονομική επιβίωση των αγροτών αποτελούν αλληλένδετους στόχους για το μέλλον της ευρωπαϊκής γεωργίας. Αυτό είναι το βασικό μήνυμα της συζήτησης για τη Δίκαιη Μετάβαση στον αγροδιατροφικό τομέα, όπως αναδεικνύεται μέσα από τις εργασίες θεματικής ομάδας του Ευρωπαϊκού Δικτύου για την Κοινή Αγροτική Πολιτική. Το ζητούμενο είναι οι αναγκαίες αλλαγές στην παραγωγή να προχωρήσουν με στήριξη των εκμεταλλεύσεων και χωρίς διεύρυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.
Η έννοια της Δίκαιης Μετάβασης συνδέθηκε αρχικά με την προστασία εργαζομένων και κοινοτήτων που επηρεάζονταν από την απομάκρυνση από τα ορυκτά καύσιμα. Στη γεωργία, όμως, αποκτά ευρύτερο περιεχόμενο. Αφορά οικογενειακές εκμεταλλεύσεις, συνεταιρισμούς, επιχειρήσεις μεταποίησης, εργαζομένους και καταναλωτές, με διαφορετικές ανάγκες και δυνατότητες προσαρμογής. Η μείωση του περιβαλλοντικού αποτυπώματος πρέπει, συνεπώς, να συμβαδίζει με τη διατήρηση βιώσιμων εισοδημάτων και την πρόσβαση σε τρόφιμα.
Στο πολιτικό επίπεδο, ο Στρατηγικός Διάλογος για το μέλλον της γεωργίας της ΕΕ, που ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, εισηγήθηκε τη δημιουργία Αγροδιατροφικού Ταμείου Δίκαιης Μετάβασης εκτός ΚΑΠ, για τη στήριξη των δυσκολότερων αλλαγών. Πρόκειται για σύσταση που αποτυπώνει την ανάγκη πρόσθετων πόρων. Παράλληλα, το Όραμα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη γεωργία και τα τρόφιμα αναγνωρίζει ότι οι περιβαλλοντικές φιλοδοξίες πρέπει να λαμβάνουν υπόψη τις οικονομικές και κοινωνικές δυσκολίες εφαρμογής.
Ωστόσο, η απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και στην καθημερινότητα παραμένει κρίσιμο εμπόδιο. Το ευρωπαϊκό έργο BOLSTER, εξετάζοντας την πράσινη μετάβαση σε επτά περιφέρειες στον βιομηχανικό τομέα, ανέδειξε προβλήματα όπως η βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση, οι πολύπλοκες προσκλήσεις και η περιορισμένη σύνδεση των πολιτικών με τις τοπικές προτεραιότητες. Αντίστοιχες δυσκολίες εντοπίζονται στη συζήτηση για τη γεωργία, όπου η γραφειοκρατία, η ασυνέπεια μεταξύ πολιτικών και η έλλειψη εμπιστοσύνης επιβαρύνουν την προσαρμογή.
Καθοριστική προϋπόθεση είναι η συμμετοχή των ενδιαφερομένων από την αρχή του σχεδιασμού. Νέοι αγρότες, γυναίκες της υπαίθρου, εποχικοί εργαζόμενοι, παραγωγοί απομακρυσμένων περιοχών και οργανώσεις καταναλωτών χρειάζεται να έχουν ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις. Η διαβούλευση αποκτά αξία όταν συνοδεύεται από σαφή ενημέρωση για το πώς οι προτάσεις τους επηρεάζουν τα τελικά μέτρα.
Εξίσου σημαντική είναι η υποστήριξη πέρα από τις επιδοτήσεις: συμβουλευτική, καθοδήγηση, ανταλλαγή εμπειριών και δίκτυα συνεργασίας μπορούν να περιορίσουν τους κινδύνους για τις εκμεταλλεύσεις. Στην ίδια προσέγγιση εντάσσονται η ευημερία και η ψυχική υγεία των παραγωγών, καθώς και συνεργασίες που βοηθούν να συνδυαστεί η προστασία των φυσικών πόρων με την κερδοφορία.
Σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δίκτυο ΚΑΠ, η πρόταση της Επιτροπής για την επόμενη περίοδο περιλαμβάνει πολυετείς κατ’ αποκοπή μεταβατικές ενισχύσεις, βάσει σχεδίου σε επίπεδο εκμετάλλευσης.
Για την ελληνική ύπαιθρο, η πρακτική σημασία μιας τέτοιας κατεύθυνσης βρίσκεται στη δυνατότητα προγραμματισμού: ο παραγωγός χρειάζεται να γνωρίζει ποιες αλλαγές απαιτούνται, ποιο κόστος συνεπάγονται και ποια υποστήριξη θα έχει, ώστε η περιβαλλοντική προσπάθεια να διατηρεί βιώσιμη την αγροτική του δραστηριότητα.



































