Σε πρόσφατη έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, παρουσιάζονται οι προβλέψεις για τις αγορές γεωργικών προϊόντων της ΕΕ έως το 2035, εν μέσω προκλήσεων.
Βάσει της έκθεσης, η γεωργία της ΕΕ αναμένεται να διατηρήσει υψηλό επίπεδο παραγωγικότητας έως το 2035, διατηρώντας θετικές επιδόσεις στο εμπόριο, ιδίως για προϊόντα υψηλής προστιθέμενης αξίας. Οι εξαγωγές αγροδιατροφικών προϊόντων παραμένουν σημαντικός παράγοντας για την παγκόσμια επισιτιστική ασφάλεια, ενώ οι γεωργικές εκμεταλλεύσεις της ΕΕ αναμένεται να μειώσουν περαιτέρω τόσο τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου όσο και τα πλεονάσματα αζώτου, γεγονός που υποδηλώνει σταδιακή βελτίωση της περιβαλλοντικής επίδοσης του τομέα.
Εξετάζοντας επιμέρους τομείς, η παραγωγή ελαιολάδου αναμένεται να ανακάμψει από τα χαμηλά επίπεδα των τελευταίων ετών, ενώ η παραγωγή επιτραπέζιων ελιών μειώνεται. Αντίστοιχα, η ζήτηση για μεταποιημένα πορτοκάλια ενδέχεται να αυξηθεί ελαφρώς, παρότι η κατανάλωση και η παραγωγή νωπών πορτοκαλιών μειώνονται, γεγονός που καταδεικνύει πώς οι μεταβαλλόμενες καταναλωτικές συνήθειες αναδιαμορφώνουν τις επιμέρους πορείες των αγορών γεωργικών προϊόντων στην ΕΕ.
Η παραγωγή βοείου κρέατος, χοιρινού κρέατος, καθώς και κρέατος αιγοπροβάτων αναμένεται να συνεχίσει τη σταδιακή της μείωση, λόγω της συρρίκνωσης των ζωικών κεφαλαίων και των μεταβαλλόμενων καταναλωτικών προτιμήσεων, ενώ και η παραγωγή οίνου προβλέπεται να μειωθεί, αντανακλώντας αλλαγές στις καταναλωτικές συνήθειες.
Ταυτόχρονα, ορισμένες ομάδες προϊόντων αναμένεται να παρουσιάσουν μέτρια αλλά σταθερή ανάπτυξη. Η παραγωγή πουλερικών και αυγών προβλέπεται να αυξηθεί, υποστηριζόμενη από ισχυρή καταναλωτική ζήτηση, ενώ η επέκταση των καλλιεργούμενων εκτάσεων ελαιούχων σπόρων και οσπρίων συμβάλλει στην αύξηση της παραγωγής των καλλιεργειών αυτών. Η συνολική παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων παραμένει σχετικά σταθερή, ωστόσο οι αυξήσεις στο βούτυρο και το αποβουτυρωμένο γάλα σε σκόνη υποδηλώνουν θετική δυναμική σε τμήματα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Πέρα από τις λεπτομερείς πληροφορίες για επιμέρους τομείς, η έκθεση παρουσιάζει και ορισμένα οριζόντια θέματα, όπως η αυτάρκεια, η ανταγωνιστικότητα και η επισιτιστική ασφάλεια, τόσο σε επίπεδο ΕΕ όσο και παγκόσμιο, ενώ περιλαμβάνει, για πρώτη φορά, αξιολόγηση των οικονομικών και περιβαλλοντικών επιπτώσεων των προβλεπόμενων εξελίξεων στις αγορές για διαφορετικούς τύπους γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Κυριότεροι τομείς γεωργικών προϊόντων
Ελαιόλαδο
Το μέλλον του τομέα του ελαιολάδου στην ΕΕ αναμένεται να διαμορφωθεί από μια μεταβολή που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στην Πορτογαλία και την Ισπανία. Τα επόμενα χρόνια, οι παραδοσιακοί μη αρδευόμενοι ελαιώνες εκτιμάται ότι θα αντικατασταθούν σταδιακά από υπερεντατικές ελαιοκαλλιέργειες με αποδοτικότερη διαχείριση των υδατικών πόρων.
Έως το 2035, η παραγωγή στην Ισπανία θα μπορούσε να αυξηθεί σχεδόν στους 1,8 εκατ. τόνους και στην Πορτογαλία στους 0,2 εκατ. τόνους ετησίως. Αντίθετα, στην Ελλάδα, η αναμενόμενη μείωση των καλλιεργούμενων εκτάσεων και των αποδόσεων ενδέχεται να οδηγήσει την παραγωγή σε επίπεδα κάτω από 0,18 εκατ. τόνους ετησίως. Παρόμοια πτωτική τάση καταγράφεται και στην Ιταλία, όπου η παραγωγή προβλέπεται να μειώνεται κατά περίπου 3% ετησίως.

Η ΕΕ αναμένεται να παραμείνει καθαρός εξαγωγέας ελαιολάδου, με τις καθαρές εξαγωγές να αυξάνονται κατά 6,1% έως το 2035. Μακροπρόθεσμα, η διαφοροποίηση των προϊόντων και οι αποτελεσματικές στρατηγικές προβολής θα αποτελέσουν καθοριστικούς παράγοντες για τη διατήρηση του ηγετικού ρόλου του ευρωπαϊκού ελαιολάδου στην παγκόσμια αγορά.
Κατά την επόμενη δεκαετία, οι καθαρές εξαγωγές ελαιολάδου από την Ισπανία προβλέπεται να αυξηθούν κατά 5,1% και από την Πορτογαλία κατά 0,9%. Στην περίπτωση της Ισπανίας, η εξέλιξη αυτή αντανακλά τόσο τη μείωση της εγχώριας κατανάλωσης όσο και την αύξηση της παραγωγής. Αντίθετα, οι υπόλοιπες χώρες της ΕΕ αναμένεται να παρουσιάσουν αύξηση των καθαρών εισαγωγών κατά 4,1% ετησίως έως το 2035, προκειμένου να καλυφθεί η αυξανόμενη ζήτηση. Στην Ιταλία, οι καθαρές εισαγωγές προβλέπεται να μειώνονται κατά 0,4% ετησίως, λόγω χαμηλότερης κατά κεφαλήν κατανάλωσης και μειωμένης παραγωγής.
Πορτοκάλια
Ο τομέας των πορτοκαλιών στην ΕΕ αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, όπως η αύξηση του κόστους εργασίας, η περιορισμένη διαθεσιμότητα φυτοπροστατευτικών προϊόντων και οι κλιματικές επιπτώσεις, συμπεριλαμβανομένων των ελλείψεων νερού. Οι παράγοντες αυτοί έχουν ήδη επιφέρει αισθητή αρνητική επίδραση στις αποδόσεις. Οι καλλιεργούμενες εκτάσεις αναμένεται να μειωθούν σε όλες τις κύριες χώρες παραγωγής πορτοκαλιών της ΕΕ, εν μέρει ως αντίδραση στη συρρίκνωση της κερδοφορίας. Ως αποτέλεσμα, η παραγωγή προβλέπεται να μειώνεται με ετήσιο ρυθμό από 0,1% έως 1,3%, ανάλογα με τη χώρα, έως το 2035.
Όσον αφορά τα μεταποιημένα πορτοκάλια, οι προοπτικές χαρακτηρίζονται από αυξημένη αβεβαιότητα, όχι μόνο λόγω της κλιματικής αλλαγής και των εχθρών των καλλιεργειών, αλλά και εξαιτίας της εμφάνισης νέων ανταγωνιστών σε τρίτες χώρες και των διακυμάνσεων στη ζήτηση. Επιπλέον, οι προκλήσεις αυτές ενδέχεται να οδηγήσουν σε αναδιάρθρωση του τομέα, ευνοώντας τη συγκέντρωση και την αύξηση του μεγέθους των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Η ΕΕ παραμένει σήμερα καθαρός εισαγωγέας τόσο νωπών όσο και μεταποιημένων πορτοκαλιών, και η κατάσταση αυτή εκτιμάται ότι δεν θα μεταβληθεί λόγω της μείωσης της παραγωγής. Η Αίγυπτος και η Νότια Αφρική αποτελούν τους βασικούς προμηθευτές πορτοκαλιών εκτός ΕΕ. Μεταξύ των κρατών μελών, η Ισπανία και η Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν καθαροί εξαγωγείς, αν και οι καθαρές εξαγωγές νωπών πορτοκαλιών προβλέπεται να μειώνονται κατά 0,3% ετησίως για την Ισπανία και κατά 0,7% για την Ελλάδα.
Ροδάκινα
Η καλλιεργούμενη έκταση ροδάκινων και νεκταρινιών αναμένεται να μειωθεί στις περισσότερες χώρες παραγωγής της ΕΕ. Παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις αποδόσεις περιλαμβάνουν τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, την εμφάνιση νέων εχθρών των καλλιεργειών, την έλλειψη φυτοπροστατευτικών προϊόντων και τις ελλείψεις εργατικού δυναμικού. Επενδύσεις στη βελτίωση της διαχείρισης, τόσο των κινδύνων, όσο των υδατικών πόρων θα μπορούσαν να συμβάλουν στον μετριασμό των προβλημάτων και να επιτρέψουν την επίτευξη υψηλότερων αποδόσεων τα επόμενα χρόνια.
Συνολικά, η κατά κεφαλήν κατανάλωση ροδάκινων και νεκταρινιών στην ΕΕ αναμένεται να μειωθεί ελαφρώς έως το 2035, κατά 0,7% ετησίως για τα νωπά προϊόντα και κατά 0,9% για τα μεταποιημένα. Ωστόσο, στις κύριες χώρες παραγωγής, η κατανάλωση προβλέπεται να αυξηθεί οριακά, με ρυθμό από 0,1% έως 0,3% ετησίως για τα νωπά προϊόντα, ενώ παρόμοια τάση αναμένεται και για τα μεταποιημένα.
Αντίθετα, στις υπόλοιπες χώρες της ΕΕ η κατά κεφαλήν κατανάλωση προβλέπεται να μειωθεί σημαντικά (–4,1% ετησίως). Η Ελλάδα αποτελεί τόσο σημαντικό παραγωγό όσο και κορυφαίο καταναλωτή κονσερβοποιημένων ροδάκινων· ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της παραγωγής της κατευθύνεται στις εξαγωγές, οι οποίες προς τρίτες χώρες αναμένεται να αυξηθούν.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις, η ΕΕ αναμένεται να παραμείνει καθαρός εξαγωγέας ροδάκινων και νεκταρινιών, τόσο για νωπή κατανάλωση όσο και για μεταποίηση, το 2035. Στις χώρες εκτός των κύριων παραγωγών, οι καθαρές εισαγωγές νωπών φρούτων εκτιμάται ότι θα παραμείνουν σταθερές, ενώ οι καθαρές εισαγωγές μεταποιημένων προϊόντων προβλέπεται να μειωθούν. Μεταξύ των βασικών χωρών παραγωγής, διαμορφώνονται δύο διακριτά πρότυπα: η Ισπανία και η Ελλάδα αναμένεται να παραμείνουν καθαροί εξαγωγείς, ενώ η Ιταλία και η Γαλλία καθαροί εισαγωγείς. Οι καθαρές εισαγωγές μεταποιημένων προϊόντων προβλέπεται να αυξηθούν κατά 1,8% για την Ιταλία και κατά 2,9% για τη Γαλλία. Τα επόμενα χρόνια, το εμπόριο της ΕΕ ενδέχεται να αντιμετωπίσει εντονότερο ανταγωνισμό, καθώς νέοι παίκτες, όπως η Χιλή και το Πακιστάν, εισέρχονται στη διεθνή αγορά.




































