Στα 650.965 στρέμματα κατέγραψε η απογραφή τις εκτάσεις με αμπελώνες οινοποιήσιμων ποικιλιών, σύμφωνα με την πληροφόρηση που απέστειλε στην Κομισιόν το Τμήμα Αμπέλου, Οίνου και Αλκοολούχων Ποτών.
Η έκταση των οιναμπέλων στη χώρα μας παρουσιάζεται αυξημένη σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή δήλωση μόνο κατά 1.690,6 στρέμματα, ενώ θα έπρεπε η αύξηση να είναι ισοδύναμη με τις νέες φυτεύσεις βάσει Αδειών Φύτευσης, οι οποίες την προηγούμενη τριετία ανέρχονταν, κατά μέσο όρο, στα 6.300 στρέμματα.
Δυστυχώς, δεν είναι γνωστή η έκταση των φυτεμένων αμπέλων βάσει των Αδειών Φύτευσης ανά έτος, στοιχείο που θα μας επέτρεπε να προσεγγίσουμε το ποσοστό των πραγματικών φυτεύσεων σε σύγκριση με τις χορηγηθείσες άδειες, ανά έτος από το 2016, έτος κατά το οποίο τέθηκε σε ισχύ το νέο καθεστώς των Αδειών Φύτευσης, αναφέρει η ΚΕΟΣΟΕ σε ανακοίνωσή της.
Σύμφωνα με τους πίνακες που ακολουθούν, οι οποίοι αφορούν τη διαχρονική μεταβολή των εκτάσεων αμπελοκαλλιέργειας ανά περιφέρεια και τη χορήγηση αδειών φύτευσης, προκύπτουν τα εξής στοιχεία για την περίοδο 2024/2025:


- Παραμένει υψηλός ο αριθμός των εκτάσεων που εγκαταλείφθηκαν από το 2016, που προκύπτει από το άθροισμα των φυτεμένων εκτάσεων της περιόδου 2015/16 που ανερχόταν στα 627.734,4 στρέμματα στα οποία θα πρέπει να προστεθεί η έκταση από τις χορηγηθείσες Άδειες Φύτευσης από το 2016 μέχρι το 2024, έκταση που ανέρχεται σε 55.037,88 στρέμματα.
- Εάν στις εκτάσεις της περιόδου 2015/16 προστεθούν οι χορηγηθείσες Άδειες Φύτευσης, η έκταση του ελληνικού αμπελώνα θα έπρεπε να ανέρχεται σε 682.772,28 στρέμματα (2015/16: 627.734,4 στρέμματα + 55.037,88 στρέμματα, νέες Άδειες Φύτευσης), με την επιφύλαξη της αφαίρεσης εκτάσεων από τους δικαιούχους, που ενώ είχαν Άδεια Φύτευσης δεν άσκησαν το δικαίωμα τους και των δικαιούχων, που έλαβαν Άδεια Φύτευσης εντός της προηγούμενης τριετίας και οφείλουν να προβούν σε φύτευση, έως την εκάστοτε λήξη της.
- Με τις ανωτέρω προϋποθέσεις, η απογραφείσα έκταση το 2024/25 στα 650.965 στρέμματα σε σύγκριση με το άθροισμα της έκτασης περιόδου 2015/16 (έναρξη του καθεστώτος Αδειών Φύτευσης) πλέον των χορηγηθεισών Αδειών Φύτευσης περιόδου 2016/17-2024/25 (627.734,4 στρ. + 55.037,88 στρ.= 650.965 στρ.), παρουσιάζει αρνητική διαφορά 31.807,28 στρεμμάτων, έκταση η οποία ερμηνεύεται ότι έχει εγκαταλειφθεί τα τελευταία εννέα χρόνια.
- Η εγκαταλειφθείσα έκταση σε εθνικό επίπεδο την περίοδο 2024/2025 υπολογίζεται ότι ανέρχεται περίπου στα 4609,4 στρέμματα.
Με βάση επίσης τον πίνακα που ακολουθεί, στον οποίο εμφανίζονται οι συνολικές μεταβολές των εκτάσεων σε στρέμματα ανά κατηγορία οίνου (ΠΟΠ, ΠΓΕ, Οίνοι χωρίς Γ.Ε.) εξάγονται οι εξής πληροφορίες για την περίοδο 2024/2025:

- Οι καθαρές εκτάσεις φυτεμένες με ποικιλίες που μπορούν να παράγουν οίνους με ΠΟΠ ανέρχονται σε 132.351,5 στρ. με ποσοστό 20,33% επί των συνολικών εκτάσεων. Το ποσοστό αντίστοιχης παραγωγής οίνων με ΠΟΠ το 2025 ανέρχεται σε 8,20% επί του συνόλου της οινοπαραγωγής.
- Οι εκτάσεις φυτεμένες με ποικιλίες που μπορούν να παράγουν οίνους με ΠΓΕ, ανέρχονται σε 417.878,5 στρέμματα με ποσοστό 64,19% επί του συνόλου των εκτάσεων. Το ποσοστό αντίστοιχης παραγωγής οίνων με ΠΓΕ το 2025 ανέρχεται σε 25,05% επί του συνόλου της οινοπαραγωγής.
- Οι εκτάσεις φυτεμένες με ποικιλίες που μπορούν να παράγουν οίνους χωρίς Γ.Ε. συμπεριλαμβανομένων των Ποικιλιακών Οίνων, ανέρχονται σε 100.735,52 στρέμματα (περιλαμβάνονται και αυτές που είναι εγκατεστημένες σε περιοχές ΠΟΠ και ΠΓΕ), με ποσοστό 15,50% επί του συνόλου των εκτάσεων. Το ποσοστό αντίστοιχης παραγωγής Οίνων χωρίς Γ.Ε. το 2025 ανέρχεται σε 66,47% επί του συνόλου της οινοπαραγωγής.
Με βάση τα παραπάνω, καθίσταται διαχρονικά σημαντικό να διερευνηθεί και να ερμηνευθεί από το σύνολο του κλάδου η φαινομενική αντίφαση ότι στην Ελλάδα έχουν θεσμοθετηθεί και καταγραφεί εκτάσεις που δύνανται να παράγουν οίνους με Γεωγραφική Ένδειξη σε ποσοστό 84,52% του συνόλου των εκτάσεων με οινοποιήσιμες ποικιλίες, ενώ η αντίστοιχη παραγωγή οίνων με Γ.Ε. ανέρχεται μόλις στο 33,25% της συνολικής οινοπαραγωγής.
Αντίστοιχα, σύμφωνα με την ΚΕΟΣΟΕ χρήζει διερεύνησης και η σύγκριση με τις εκτάσεις που καλλιεργούνται με ποικιλίες για την παραγωγή οίνων χωρίς Γεωγραφική Ένδειξη καθώς και Ποικιλιακών Οίνων, των οποίων η συνολική έκταση αντιστοιχεί στο 15,50% του ελληνικού αμπελώνα, ενώ η παραγωγή τους φτάνει το 66,47% της συνολικής οινοπαραγωγής για το έτος 2025.
Τα στοιχεία αυτά υποδηλώνουν ότι, παρά τις προσπάθειες των προηγούμενων ετών για ένταξη περισσότερων περιοχών στις ζώνες παραγωγής οίνων με Γεωγραφική Ένδειξη, σημαντικό μέρος της παραγωγής φαίνεται να κατευθύνεται τελικά προς οίνους χωρίς Γεωγραφική Ένδειξη.
Πιθανοί λόγοι για την απόκλιση αυτή μπορούν να αναζητηθούν σε ζητήματα που σχετίζονται με το θεσμικό πλαίσιο παραγωγής οίνων ΠΟΠ και ΠΓΕ, όπως οι προβλεπόμενες αποδόσεις, οι τιμές διάθεσης, καθώς και παράγοντες εμπορευσιμότητας σε συνάρτηση με την καταναλωτική ζήτηση και το επίπεδο ενημέρωσης του καταναλωτή.




































