Παρέμβαση στη Διαρκή Επιτροπή Παραγωγής και Εμπορίου της Βουλής πραγματοποίησε χθες, Δευτέρα 21 Σεπτεμβρίου, ο Γενικός Διευθυντής της ΕΘΕΑΣ, κ. Μόσχος Κορασίδης, στο πλαίσιο της προβλεπόμενης ακρόασης των φορέων, όπως η ΕΘΕΑΣ, κατά τη συνέχιση της επεξεργασίας και εξέτασης του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων «Ρύθμιση του τομέα της αλιείας, τροποποίηση του Αλιευτικού Κώδικα, ρυθμίσεις για τις Σχολές Επαγγελμάτων Κρέατος, το Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων και λοιπές διατάξεις».
Κατά την εισαγωγική του τοποθέτηση, ο Γενικός Διευθυντής της ΕΘΕΑΣ επισήμανε ότι θα ήταν εύλογο ο τομέας της αλιείας να αντιμετωπίζεται ενιαία, ανεξάρτητα από τις επιμέρους επαγγελματικές δραστηριότητες, συμβάλλοντας με αυτόν τον τρόπο και στην ενιαία θεσμική έκφραση του κλάδου.
Αναφερόμενος, ειδικότερα, στο νέο πλαίσιο για την αλιεία και την υδατοκαλλιέργεια σημείωσε ότι επιχειρείται μια περισσότερο ορθολογική προσέγγιση στον έλεγχο της αλιευτικής δραστηριότητας και των αλιευμάτων, καθώς και στη διευκόλυνση της άσκησης της υδατοκαλλιέργειας. Επισήμανε, ωστόσο, ως σημαντικό κενό την απουσία ρυθμίσεων για την ερασιτεχνική αλιεία, η οποία, όπως τόνισε, σε αρκετές περιπτώσεις έχει εξελιχθεί σε μια παράλληλη δραστηριότητα με χαρακτηριστικά επαγγελματικής αλιείας, δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού για τους επαγγελματίες αλιείς και ασκώντας πρόσθετη πίεση στα αλιευτικά αποθέματα. Για τον λόγο αυτό, υπογράμμισε την ανάγκη να προβλεφθεί ένα σαφές πλαίσιο ελέγχου, ώστε να διασφαλίζονται ίσοι όροι άσκησης της αλιευτικής δραστηριότητας.
Στη συνέχεια, ο κ. Κορασίδης αναφέρθηκε θετικά στη ρύθμιση που αφορά την απαλλαγή των Ομάδων Παραγωγών από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας για την αγορά γεωργικών μηχανημάτων και εξοπλισμού, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για ένα χρόνιο αίτημα.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στο Μητρώο Αγροτών και Αγροτικών Εκμεταλλεύσεων, υπογραμμίζοντας ότι απαιτείται διαφορετική προσέγγιση ως προς τον τρόπο επικαιροποίησης των στοιχείων. Όπως ανέφερε, η εγγραφή δεν θα πρέπει να επαναλαμβάνεται υποχρεωτικά κάθε χρόνο, εφόσον δεν έχει υπάρξει μεταβολή στα στοιχεία του εγγεγραμμένου. Από τη στιγμή που προβλέπεται η διαλειτουργικότητα του ΜΑΑΕ με το ΟΣΔΕ και άλλα πληροφοριακά συστήματα του Δημοσίου, η επικαιροποίηση θα πρέπει, κατά το δυνατόν, να πραγματοποιείται αυτοματοποιημένα.
Ο Γενικός Διευθυντής της ΕΘΕΑΣ συνέδεσε το ζήτημα και με τη νέα διαδικασία για το αγροτικό πετρέλαιο και την επιστροφή του ΕΦΚ απευθείας στην αντλία, επισημαίνοντας την ανάγκη το ΜΑΑΕ να είναι λειτουργικό και να αποτυπώνει με ακρίβεια την πραγματική αγροτική δραστηριότητα. Όπως ανέφερε, σήμερα σημαντικός αριθμός παραγωγών παραμένει εκτός της ενίσχυσης για το αγροτικό πετρέλαιο. Παράλληλα, στάθηκε στις μεγάλες διακυμάνσεις και στην ανισοκατανομή του αγροτικού εισοδήματος, φέρνοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τους ελαιοκαλλιεργητές, των οποίων η παραγωγή και, κατ’ επέκταση, το εισόδημα μπορεί να παρουσιάζουν σημαντικές διαφοροποιήσεις από έτος σε έτος.
Αναφορικά με τις διατάξεις που συνδέονται με τη μεταφορά των αρμοδιοτήτων του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ, ο κ. Κορασίδης έθεσε και το ζήτημα των εκκρεμών πληρωμών προηγούμενων ετών, από το 2018, οι οποίες παραμένουν ως εκκρεμότητα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Όπως σημείωσε, απαιτείται μεγαλύτερη σαφήνεια ως προς τον τρόπο διευθέτησης των παλαιών εκκρεμοτήτων, υπογραμμίζοντας παράλληλα ότι η επιλεξιμότητα των εκτάσεων, και ιδίως των βοσκοτόπων, δεν μπορεί να αποσυνδέεται από την πραγματική αγροτική δραστηριότητα και την ύπαρξη ενεργών αγροτών. Ειδικά στην περίπτωση των βοσκοτόπων, τόνισε ότι η επιλεξιμότητά τους πρέπει να συνδέεται με τα ζώα.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε, τέλος, στις ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των επιζωοτιών. Με αφορμή τη διάταξη για τη διεύρυνση του διαθέσιμου προσωπικού, επισήμανε ότι αυτή αποτελεί μόνο μία πτυχή ενός πολύ ευρύτερου προβλήματος, καθώς, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, η ελληνική κτηνοτροφία βρίσκεται αυτή τη στιγμή σε συνθήκες «δυστοπίας» εξαιτίας των ζωικών ασθενειών.
Υπενθυμίζοντας τη θέση που είχε διατυπώσει πρόσφατα σε συνεδρίαση της ΕΟΚΕ, ο κ. Κορασίδης επισήμανε ότι η θανάτωση των ζώων δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως οριζόντια λύση, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής. Έφερε ως παράδειγμα τη Λέσβο, όπου υπάρχει τοπική φυλή, τονίζοντας ότι η αντιμετώπιση μιας ασθένειας δεν μπορεί να οδηγεί ταυτόχρονα στον κίνδυνο εξαφάνισής της.
Κατά τη δευτερολογία του και απαντώντας σε ερωτήσεις των κομμάτων, ο κ. Κορασίδης επανήλθε στο ΜΑΑΕ, τονίζοντας πως η θέση της ΕΘΕΑΣ είναι η αίτηση να υποβάλλεται μία φορά, υπογραμμίζοντας την ανάγκη να εξαιρεθούν από τον υπολογισμό του εισοδήματος για τον χαρακτηρισμό του κατά κύριο επάγγελμα αγρότη, εισοδήματα, όπως εκείνα από ενοίκια ή από συμπληρωματική δραστηριότητα, ιδίως στην περίπτωση παραγωγών σε ορεινές και νησιωτικές περιοχές, οι οποίοι αδυνατούν να εξασφαλίσουν επαρκές εισόδημα αποκλειστικά από τις μικρές γεωργικές τους εκμεταλλεύσεις.
Αναφερόμενος ειδικότερα στο σημείο του άρθρου 74 που δημιουργεί σύγχυση, στάθηκε στη διατύπωση «ή υπό άλλη επιλέξιμη κατά το ενωσιακό πλαίσιο της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής γεωργική δραστηριότητα», επισημαίνοντας ότι πρέπει να απαλειφθεί, καθώς αφήνει περιθώρια για αυθαίρετες ερμηνείες. Όπως σημείωσε, η συγκεκριμένη ρύθμιση αποσκοπεί ορθώς να βοηθήσει παραγωγικούς παραγωγούς, οι οποίοι παραμένουν απλήρωτοι επί μακρό χρονικό διάστημα. Ωστόσο, η συγκεκριμένη διατύπωση αφήνει περιθώρια διαφορετικών ερμηνειών ή αυθαιρεσίας ως προς το τι θεωρείται επιλέξιμο βάσει του ενωσιακού πλαισίου και δεν πρέπει να οδηγήσει σε καμία περίπτωση στην εκ των υστέρων πληρωμή για βοσκοτόπια χωρίς ζώα.
Σε ό,τι αφορά τις επί μακρόν καλλιεργούμενες εκτάσεις που εμφανίζονταν με τους δασικούς χάρτες ως μη επιλέξιμες, σημείωσε ότι το σχετικό ζήτημα έχει αντιμετωπιστεί επαρκώς με τις νομοθετικές ρυθμίσεις του 2020 και του 2023 και ως εκ τούτου καλύπτονται οι διαδικασίες ελέγχου της επιλεξιμότητας για όσους καλλιεργητές και κτηνοτρόφους υπάρχει σχετικό θέμα.
Κλείνοντας την παρέμβασή του, ο Γενικός Διευθυντής της ΕΘΕΑΣ ανέφερε ότι εκτός των ανωτέρω, αρκετές από τις διατάξεις και τις ρυθμίσεις του νομοσχεδίου για την αλιεία και τις λοιπές παρεμβάσεις είναι θετικές, επισημαίνοντας παράλληλα την ανάγκη οι τελικές διατάξεις να είναι λειτουργικές, εφαρμόσιμες και να ανταποκρίνονται στις πραγματικές συνθήκες του πρωτογενούς τομέα.



































