Η ευρωπαϊκή αγορά γάλακτος βρίσκεται αντιμέτωπη με σοβαρές προκλήσεις, όπως αναδεικνύεται από πρόσφατες παρεμβάσεις κρατών-μελών στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας και Αλιείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η βασική εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας αυξανόμενης ανισορροπίας μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Η παραγωγή γάλακτος στην ΕΕ συνέχισε να αυξάνεται το 2025, φτάνοντας περίπου τους 135 εκατ. τόνους, ενώ η παγκόσμια ζήτηση εμφανίζει σαφώς πιο αργούς ρυθμούς ανάπτυξης. Το αποτέλεσμα είναι έντονες πιέσεις στις τιμές παραγωγού, οι οποίες καταγράφουν αισθητή πτώση σε αρκετά κράτη – μέλη.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Βελγίου, όπου η τιμή του γάλακτος μειώθηκε κατά περίπου 30% μέσα σε έναν χρόνο, ενώ σε επίπεδο ΕΕ η μέση τιμή υποχώρησε σημαντικά στις αρχές του 2026. Παράλληλα, σε χώρες όπως η Σλοβακία, οι παραγωγοί αντιμετωπίζουν όχι μόνο μείωση τιμών αλλά και πώληση κάτω του κόστους, με ζημίες που αγγίζουν τα 0,10 ευρώ ανά κιλό.
Το πρόβλημα επιτείνεται από το υψηλό κόστος παραγωγής, που παραμένει σε αυξημένα επίπεδα λόγω ενεργειακών τιμών και διεθνών εξελίξεων, ιδίως στη Μέση Ανατολή. Την ίδια στιγμή, οι εξαγωγικές προοπτικές επιβαρύνονται από εμπορικές εντάσεις, όπως τα περιοριστικά μέτρα της Κίνας στις εισαγωγές γαλακτοκομικών προϊόντων και οι δασμολογικές πιέσεις στις σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί και η αστάθεια στις εμπορικές σχέσεις μεταξύ παραγωγών και μεταποιητών. Σε περιόδους κρίσης, συμβόλαια δεν ανανεώνονται ή διακόπτονται, επιδεινώνοντας τη ρευστότητα των εκμεταλλεύσεων και περιορίζοντας τη δυνατότητα προγραμματισμού.
Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, αρκετά κράτη-μέλη ζήτησαν κατά τη χθεσινή συνεδρίαση του Συμβουλίου των Υπουργών Γεωργίας άμεση και συντονισμένη ευρωπαϊκή παρέμβαση. Κοινός παρονομαστής των προτάσεων είναι η ενεργοποίηση ενός προσωρινού, εθελοντικού προγράμματος μείωσης της παραγωγής γάλακτος, κατά το πρότυπο της κρίσης του 2016, που είχε συμβάλει στην εξισορρόπηση της αγοράς.
Παράλληλα, προτείνεται η αξιοποίηση του αποθεματικού κρίσης για τη στήριξη των πιο ευάλωτων αγροτών, η αναθεώρηση των τιμών παρέμβασης, που παραμένουν αμετάβλητες από το 2003, καθώς και μέτρα ενίσχυσης της ζήτησης, όπως προώθηση εξαγωγών και κατανάλωσης εντός της ΕΕ.
Όπως με έμφαση τονίστηκε, χωρίς άμεση δράση, υπάρχει κίνδυνος περαιτέρω επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης των παραγωγών και αποσταθεροποίησης ολόκληρου του τομέα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή καλείται πλέον να αξιολογήσει τα δεδομένα και να προχωρήσει σε αποφάσεις που θα αποτρέψουν μια νέα κρίση στον γαλακτοκομικό κλάδο.




































