Η πρόταση Κανονισμού 2026/0229 συγκεντρώνει σε ενιαίο νομοθετικό κείμενο τους κανόνες για τη συλλογή οικονομικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών δεδομένων από τον ευρωπαϊκό γεωργικό τομέα.
Στη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου πλαισίου δεδομένων για την παρακολούθηση της βιωσιμότητας των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στοχεύει η πρόταση Κανονισμού 2026/0229, την οποία παρουσίασε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στις 29 Ιουλίου 2026. Πρόκειται για το Δίκτυο Δεδομένων για τη Βιωσιμότητα των Γεωργικών Εκμεταλλεύσεων, γνωστό ως ΔΔΒΓΕ.
Η πρόταση έχει κυρίως χαρακτήρα κωδικοποίησης. Συγκεντρώνει σε ένα ενιαίο και σαφέστερο κείμενο τον Κανονισμό 1217/2009 και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του, χωρίς να επιφέρει αλλαγές επί της ουσίας, πέρα από τις αναγκαίες τυπικές προσαρμογές. Στόχος είναι η απλούστευση του ευρωπαϊκού δικαίου και η ενίσχυση της ασφάλειας δικαίου για τις εθνικές αρχές και τους ενδιαφερόμενους του αγροτικού τομέα.
Το ΔΔΒΓΕ θα συλλέγει δεδομένα σε επίπεδο εκμετάλλευσης, ώστε να στηρίζει τη χάραξη τεκμηριωμένων πολιτικών, την αξιολόγηση της ΚΑΠ και τη μέτρηση των επιδόσεων του γεωργικού τομέα. Παράλληλα, προβλέπεται να χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των γεωργικών συμβουλών, τη συγκριτική αξιολόγηση των εκμεταλλεύσεων και την ενίσχυση της διαφάνειας στην αγροδιατροφική αλυσίδα.
Η αξιολόγηση δεν θα περιορίζεται πλέον αποκλειστικά στα οικονομικά και λογιστικά στοιχεία. Θα καλύπτει τις τρεις βασικές διαστάσεις της βιωσιμότητας: οικονομική, περιβαλλοντική και κοινωνική. Στα περιβαλλοντικά δεδομένα περιλαμβάνονται πληροφορίες που σχετίζονται με το έδαφος, το νερό, τον αέρα και τη βιοποικιλότητα, ενώ στην κοινωνική διάσταση δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στη θέση των γυναικών και των νέων στη γεωργία.
Για τον περιορισμό της γραφειοκρατίας προβλέπεται η εφαρμογή της αρχής «συλλογή μία φορά, χρήση πολλές φορές», με αξιοποίηση υφιστάμενων εθνικών βάσεων, ψηφιακών εργαλείων, στοιχείων της ΚΑΠ και δεδομένων του ΟΣΔΕ. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται να αποφεύγονται επαναλαμβανόμενα αιτήματα προς τους παραγωγούς.
Η συμμετοχή των γεωργικών εκμεταλλεύσεων παραμένει εθελοντική, χωρίς δυνατότητα επιβολής κυρώσεων. Τα κράτη μέλη, ωστόσο, μπορούν να προσφέρουν οικονομικά κίνητρα, εξατομικευμένη ενημέρωση για τις επιδόσεις ή συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται, τέλος, στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Τα ατομικά στοιχεία δεν θα επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται για ελέγχους ή φορολογικούς σκοπούς, ενώ η δημοσιοποίησή τους θα γίνεται αποκλειστικά σε συγκεντρωτική και ανωνυμοποιημένη μορφή.



































